Οι Κρυμμένοι Θησαυροί του Αφγανιστάν είναι 228 πολύτιμα κομμάτια εξαιρετικής τέχνης, που βρέθηκαν σε διάφορες περιοχές του Αφγανιστάν και τα περισσότερα εκτίθενται για πρώτη φορά έξω από τη χώρα. Είναι μια σπάνια ευκαιρία για να δει κάποιος τα ελληνικότατα ευρήματα της Βακτριανής, από τις περιοχές του Ay Khanum ( πιθανώς της Αλεξάνδρειας Οξιανής ) και του Begram (Αλεξάνδρειας του Καυκάσου, πρωτεύουσας Ελληνοβακτριανού βασιλείου). Ο θησαυρός αυτός, ο οποίος αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους στην ιστορία της Ασιατικής αρχαιολογίας, παρέχει τη μεγαλύτερη δυνατή απόδειξη του νευραλγικού ρόλου που έπαιξε το Αφγανιστάν στον έλεγχο του εμπορίου ανάμεσα στους τρεις κόσμους, της Ινδίας, της Κίνας και της Δύσης
Το 1988, το Αφγανιστάν συμπλήρωνε 10 χρόνια σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Καθώς η κατάσταση στην πρωτεύουσα χειροτέρευε, η κυβέρνηση και οι υπεύθυνοι του Εθνικού Μουσείου κατέστρωσαν ένα σχέδιο σωτηρίας των χιλιάδων αντικειμένων που εκτίθονταν στο μουσείο και που κινδύνευαν από άμεση καταστροφή και λεηλασία. Το σχέδιο ήταν απλό: Μεταφορά των θησαυρών σε ασφαλή και κρυφά σημεία.
Το 1989, η μεταφορά ολοκληρώθηκε και κιβώτια με ανεκτίμητα αντικείμενα ασφαλίστηκαν στο Υπουργείο Πληροφοριών και στο θησαυροφυλάκιο της Κεντρικής Τράπεζας, που βρισκόταν κάτω από το Προεδρικό Μέγαρο. Ανάμεσα στους κρυμμένους θησαυρούς υπήρχαν χρυσά αντικείμενα, εκατοντάδες αρχαία νομίσματα και ο περίφημος Θησαυρός της Βακτριανής, μία συλλογή από 20.000 αντικείμενα από χρυσό, άργυρο και ελεφαντόδοντο, από τη νεκρόπολη του Tillya Tepe.
Όσοι συμμετείχαν στη μεταφορά ορκίστηκαν απόλυτη μυστικότητα και ονομάστηκαν talwidar, δηλαδή κλειδοκράτορες, ανάμεσα τους και ο Omara Khan Massoudi, διευθυντής του Εθνικού Μουσείου του Αφγανιστάν στην Καμπούλ. Κράτησαν το μυστικό τους σε όλη τη διάρκεια του εμφύλιου και την κυριαρχία των Ταλιμπάν, με τεράστιο κίνδυνο για τη ζωή τους. Όπως οι Γάλλοι στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έκρυβαν έργα τέχνης στην ύπαιθρο για να μην τα βρουν οι ναζί, έτσι και ο Omara Khan Massoudi και οι υπόλοιποι talwidar, συγκέντρωσαν σε ασφαλές σημείο τους αρχαίους θησαυρούς του Αφγανιστάν, όταν συνειδητοποίησαν ότι η χώρα τους έμπαινε στην εφιαλτική δίνη ενός μακροχρόνιου πολέμου. Ο Omara Khan Massoudi πρόλαβε και έκρυψε ανεκτίμητης αξίας αρχαία ελληνικά κοσμήματα και νομίσματα σε κρυψώνα που χρειαζόταν εφτά διαφορετικά κλειδιά για να ανοίξει.
Οι θησαυροί παρέμειναν κρυμμένοι, παρ’ όλο τον πόλεμο και τους συνεχείς βομβαρδισμούς της πρωτεύουσας. Αλλά μία εκστρατεία των Ταλιμπάν το 2001, για την καταστροφή όλων των “βλάσφημων” έργων τέχνης και ειδικά εκείνων που παρουσίαζαν ανθρώπινες μορφές, είχε σαν αποτέλεσμα τον οριστικό χαμό χιλιάδων αντικειμένων σε όλη τη χώρα - όπως οι περίφημοι Βούδες του Bamyan - περιλαμβανομένων και εκείνων που ήταν κρυμμένα στο Υπουργείο Πληροφοριών. Αλλά οι θησαυροί στο παλάτι σώθηκαν.
Με τη λήξη της κυριαρχίας των Ταλιμπάν, έγινε γνωστό από τη Κεντρική Τράπεζα, ότι οι θησαυροί που κρύφτηκαν στο παλάτι ήταν ανέπαφοι.
Έτσι, μία ομάδα ντόπιων και ξένων ειδικών, συμπεριλαμβανόμενου του αρχαιολόγου του National Geographic Fredrik Hiebert και του Βίκτωρα Σαρηγιαννίδη, έφτασαν στην Καμπούλ για να ελέγξουν τα ευρήματα. Όταν άνοιξαν το πρώτο κιβώτιο, αντίκρισαν σωρούς από μικρές πλαστικές σακούλες με παλιές ετικέτες, που η κάθε μια περιείχε κοσμήματα. Ο αρχαιολόγος Βίκτωρ Σαρηγιαννίδης, που η ομάδα του είχε ανακαλύψει τα αντικείμενα του Tillya Tepe το 1979, αναγνώρισε αμέσως κοσμήματα, που είχε συντηρήσει και επισκευάσει ο ίδιος.
Θα πρέπει εδώ να αναφερθεί ότι η ανακάλυψη των χρυσών θησαυρών του Tillya Tepe από τον Βίκτωρα Σαρηγιαννίδη, συγκρίθηκε με την ανακάλυψη των θησαυρών του Τουταγχαμών στην Αίγυπτο. Με τη διαφορά ότι οι ανασκαφές στην Αίγυπτο συνεχίστηκαν, ενώ ο Σαρηγιαννίδης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν, όταν εισέβαλαν οι Σοβιετικοί το 1979. Όταν επέστρεψε το 2004, δεν γνώριζε τι θα αντικρίσει, ούτε αν οι θησαυροί που ο ίδιος έφερε στην επιφάνεια είχαν διασωθεί.
Τον Ιούνιο του 2004, λίγο πριν την Ολυμπιάδα της Αθήνας, βγήκε η επίσημη ανακοίνωση ότι βρέθηκε ο θησαυρός της Βακτριανής και ξεκίνησε μια διεθνής προσπάθεια για να γίνει μία έκθεση στο εξωτερικό. Μέχρι τότε κανείς δεν γνώριζε πόσο σπουδαία ήταν αυτά τα αντικείμενα.
Οι Κρυμμένοι Θησαυροί του Αφγανιστάν λοιπόν, είναι μία συλλογή από τα πολυτιμότερα αντικείμενα που βρέθηκαν στο θησαυροφυλάκιο της Κεντρικής Τράπεζας και περιλαμβάνει μερικά από τα ωραιότερα έργα τέχνης της Κεντρικής Ασίας.
Η έκθεση περιλαμβάνει τέσσερις ξεχωριστές συλλογές: Η πρώτη είναι από το Fullol Tepe και περιλαμβάνει ένα σύνολο χρυσών μπολ, που δείχνουν το πλούτο που είχε η περιοχή. Η δεύτερη περιλαμβάνει αντικείμενα από το Aï Khanum, μία Ελληνική πόλη στο βόρειο Αφγανιστάν. Η τρίτη, ανέγγιχτους θησαυρούς 2.000 ετών από το Begram. Και η τέταρτη περιλαμβάνει τον περίφημο χρυσό της Βακτριανής, μία συλλογή πολύτιμων αντικειμένων που ανακαλύφθηκαν στους τάφους έξι νομάδων στο Tillya Tepe, χώρο που ανέσκαψαν το 1978 σοβιετικοί ερευνητές με επικεφαλής τον ελληνικής καταγωγής αρχαιολόγο κ. Βίκτωρα Σαριγιαννίδη.
Περιλαμβάνονται επίσης κορινθιακά κιονόκρανα σελευκικής προέλευσης, βάσεις αττικοασιατικού τύπου και ακροκέραμα που είναι γνωστά από την Ολβία, την Όλυνθο και άλλες πόλεις του Ελληνιστικού κόσμου
Οι Κρυμμένοι Θησαυροί του Αφγανιστάν προσφέρουν στους επισκέπτες την ευκαιρία να δουν σπάνια και πανέμορφα αντικείμενα, αλλά και να καταλάβουν την ιστορία και τη σημασία της περιοχής αυτής της Κεντρικής Ασίας. Είναι πολύ σημαντικό επίσης το ότι μεγάλο μέρος της έκθεσης περιλαμβάνει Ελληνικά αντικείμενα, μια και όλη η περιοχή ήταν κάτω από την κυριαρχία του Αλέξανδρου και των επιγόνων του. Οι συλλογές δείχνουν μια από τις σημαντικότερες περιόδους της ιστορίας του Αφγανιστάν, από τον 3ο αιώνα π.Χ. μέχρι και τον 1ο αιώνα μ.Χ σύγχρονη δηλαδή με την Ελληνιστική περίοδο, που συμπίπτει επίσης με το άνοιγμα του Δρόμου του Μεταξιού.
Το γεγονός ότι τα αντικείμενα αυτά προέρχονται από μία κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα και το ότι σώθηκαν από απλούς πολίτες, δίνει ξεχωριστή σημασία στην έκθεση αυτή.
Επειδή το Αφγανιστάν βρίσκεται στη δίνη του πολέμου και της βίας εδώ και τρεις δεκαετίες, είναι πολύ εύκολο να προσπεραστεί η σημασία του σαν σταυροδρόμι πολιτισμών για χιλιετίες. Τον 4ο αιώνα π.Χ καθιερώθηκε ο Δρόμος του Μεταξιού και περίπου το 400 π.Χ, εξαπλώθηκε ο Βουδισμός. Όταν ήρθε ο Αλέξανδρος, έφερε την Ελληνική επιρροή, που σε συνδυασμό με το Βουδιστικό πολιτισμό που προϋπήρχε γέννησε την τέχνη Γκαντάρα, που δείγμα της είναι οι Απολλώνιοι Βούδες. Αργότερα ήρθαν επιρροές από την Περσία και την Ινδία, πριν επικρατήσει οριστικά το Ισλάμ.